ἐρίπνη

ἐρίπνη, , (ἐρείπω)
A broken cliff, crag, in pl., E.El.210 (lyr.), A.R.1.581, 2.1247, etc.: sg., Nic.Th.22 ; any sheer ascent,

ἐπάλξεων ἐρίπναι E.Ph.1168

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίπνη — ἐρίπνη και ἐρίπνα, ἡ (Α) 1. απότομος βράχος, γκρεμός 2. φρ. «ἐπάλξεων ἐρίπναι» τα άκρα τών επάλξεων ή οι πύργοι πάνω από τις επάλξεις (Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερείπω, με τη μηδενισμένη βαθμίδα (εριπ ) τού θέματος] …   Dictionary of Greek

  • ἐρίπνη — broken cliff fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνῃ — ἐρίπνη broken cliff fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπναι — ἐρίπνη broken cliff fem nom/voc pl ἐρίπνᾱͅ , ἐρίπνη broken cliff fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπναις — ἐρίπνη broken cliff fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνην — ἐρίπνη broken cliff fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνης — ἐρίπνη broken cliff fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνα — ἐρίπνᾱ , ἐρίπνη broken cliff fem nom/voc/acc dual ἐρίπνᾱ , ἐρίπνη broken cliff fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνας — ἐρίπνᾱς , ἐρίπνη broken cliff fem acc pl ἐρίπνᾱς , ἐρίπνη broken cliff fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπνᾳ — ἐρίπναι , ἐρίπνη broken cliff fem nom/voc pl ἐρίπνᾱͅ , ἐρίπνη broken cliff fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • rei-1 —     rei 1     English meaning: to tear, cut     Deutsche Übersetzung: “ritzen, reißen, schneiden”     Material: Lat. rīma “Ritze” (*rei mü); M.Ir. rēo ‘stripe” (*ri u̯o ); O.E. rüw, rǣ w f. “row” (*roiu̯ü); Lith. rievà “Felskluft, Fels, hill” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.